Σάββατο, 7 Νοεμβρίου 2009

4444






Σε WORD:KΛΙΚ



Σε PDF:ΚΛΙΚ







7.ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ,ΜΙΑ ΜΟΡΦΗ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ



Οι Έλληνες στα χρόνια της Τουρκοκρατίας είχαν μια μορφή κοινοτικής αυτοδιοίκησης. Αυτή η κοινοτική διοίκηση, με κάποιες διαφορές, υπήρχε από τα αρχαία και τα βυζαντινά χρόνια. Οι Τούρκοι την προσάρμοσαν στις ανάγκες της δικής τους διοίκησης και πέτυχαν να ελέγχουν καλύτερα τους ραγιάδες και να εισπράττουν τους φόρους χωρίς έξοδα και φροντίδες.

Οι κοινοτικοί άρχοντες, γνωστοί με πολλά ονόματα, όπως κοτζαμπάσηδες, δη μογέροντες, πρόκριτοι, προεστοί κ.ά. προέρχονταν κυρίως από εύπορες οικογένειες. Εκλέγονταν συνήθως για ένα χρόνο από τη συνέλευση του λαού (μάζωξη), που γινόταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας. Την εκλογή όμως έπρεπε να την εγκρίνουν οι Τούρκοι. Αυτό δείχνει ότι οι κοινοτικοί άρχοντες έπρεπε να είναι αρεστοί στις οθωμανικές αρχές.

Οι δημογέροντες εκπροσωπούσαν τους Έλληνες κι ήταν υπεύθυνοι να τη ρούν την τάξη, όσες φορές η κρατική εξουσία δεν ήταν σε θέση να τη διατηρή σει. Κύριο έργο τους ήταν να συντάσσουν τους φορολογικούς καταλόγους ανά λογα με τις οικονομικές δυνατότητες κάθε οικογένειας και να εισπράττουν τους φόρους. Το κράτος καθόριζε το ποσό που θα πλήρωνε κάθε κοινότητα κι αν κάποιοι δεν είχαν να πληρώσουν το ποσό, το πλήρωναν οι υπόλοιποι.

Οι δημογέροντες δίκαζαν κιόλας κτηματικές και άλλες διαφορές ανάμεσα στους κατοίκους της κοινότητας κι έβγαζαν τις αποφάσεις τους με βάση τα έθιμα (πατροπαράδοτες συνήθειες). Οι Έλληνες είχαν πιο πολύ εμπιστοσύνη σ' αυτά τα δικαστήρια παρά στα τουρκικά.

Ξεχωριστό ενδιαφέρον έδειχνε η κοινότητα για την παιδεία. Πολλά σχολεία ιδρύθηκαν και λειτούργησαν τότε με δαπάνες των κοινοτήτων.

Μερικές κοινότητες, εξαιτίας της θέσης τους, της παραγωγής που είχαν ή για άλλους λόγους, κατάφερναν να πετύχουν από το σουλτάνο το λεγόμενο «κοινοτικό προνόμιο». Στην περίπτωση αυτή πλήρωναν λιγότερους φόρους και γλίτωναν απόποικίλες καταπιέσεις. Το προνόμιο αυτό βοήθησε κάποιες περιοχές (Μέτσοβο, Ζαγόρι, Κυκλάδες, Χίοςκ.ά.) να γνωρίσουν μεγάλη ανάπτυξη.



8.ΟΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ



Την τελευταία περίοδο της Βυζαντινής αυτοκρατορίας το εμπόριο και η ναυτιλία βρίσκονταν σε παρακμή. Τα πράγματα χειροτέρεψαν με την τουρκική κατάκτηση. Οι περισσότεροι Έλληνες ζούσαν από τη γεωργία και την κτηνοτροφία και πολύ λίγοι από τη βιοτεχνία.Το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής το έπαιρναν οι κατακτητές, είτε ως ιδιοκτήτες γης είτε με μορφή φόρων.
Αργότερα σχηματίστηκαν μεγάλες αγροτικές ιδιοκτησίες (τσιφλίκια), που ανήκαν κυρίως σε Τούρκους. Εκεί καλλιεργούνταν προϊόντα που είχαν μεγάλη ζήτηση: σιτάρι, βαμβάκι, σταφίδα, καπνός.

Σιγά σιγά οι Έλληνες κατάφεραν να πάρουν στα χέρια τους το εμπόριο, που γνώρισε μεγάλη ανάπτυξη.

Τα προϊόντα πουλιόνταν στο παζάρι, που έμοιαζε με τη σημερινή λαϊκή αγορά και γινόταν μια φορά την εβδομάδα στο κεφαλοχώρι της περιοχής.Σε ορισμένα μέρη γίνονταν εμποροπανηγύρεις μια φορά το χρόνο, όπως και σήμερα. Τον άλλο καιρό πλανόδιοι έμποροι (πραματευτάδες, γυρολόγοι) έφερναν στα χωριά αγαθά που έλειπαν. Επειδή μάλιστα υπήρχε ανασφάλεια, μετακινούσαν πολλοί μαζί (καραβάνια) με μουλάρια ή καμήλες και διανυκτέρευαν στα χάνια, που βρίσκονταν σε απόσταση 30 χιλιόμετρα περίπου το ένα από το άλλο.

Εμπόριο, βέβαια, γινόταν και με το εξωτερικό, ιδιαίτερα με την Ευρώπη. Εισαγόταν κυρίως βιομηχανικά προϊόντα και υφάσματα, και εξάγονταν γεωργικά.

Η ελληνική ναυτιλία αναπτύχθηκε ιδιαίτερα ύστερα από τη συνθήκη του Κιουτσούκ- Καϊναρτζή (1774), που έγινε ανάμεσα στη Ρωσία και την Οθωμανική αυτοκρατορία. Από τότε τα ελληνικά πλοία μπορούσαν να υψώνουν ρωσική σημαία και να ταξιδεύουν ανενόχλητα σε όλες τις θάλασσες της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Η Ύδρα, οι Σπέτσες, τα Ψαρά και άλλα νησιά απέκτησαν μεγάλο εμπορικό στόλο και γνώρισαν οικονομική άνθηση.

Στις ναυτικές επιχειρήσεις οι καραβοκύρηδες έβαζαν τα κεφάλαια, οι τεχνίτες και οι ναύτες τη δουλειά τους κι όλοι είχαν μερίδιο στην ιδιοκτησία και στα κέρδη.

Κάτι παρόμοιο έγινε και με αρκετές βιοτεχνίες, που αναπτύχθηκαν εκείνη την εποχή. Σημαντικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις δημιουργήθηκαν στην Καστοριά με με τα γουναρικά, στα Αμπελάκια Θεσσαλίας με τη βαφή κόκκινων νημάτων, στα 24 χωριά του Πηλίου με τα μεταξωτά είδη και τα μάλλινα σκεπάσματα και σε άλλα μέρη. Ακόμα και σε κάποια επαγγέλματα, όπως του χτίστη, του μαραγκού, του βοσκού κ.ά. δημιουργούνταν παρέες, που μετακινούνταν και δούλευαν συντροφικά.



9.ΧΑΡΕΣ ΚΑΙ ΛΥΠΕΣ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ ΖΩΗΣ




Στα χρόνια της σκλαβιάς οι Έλληνες οργάνωσαν τη ζωή τους σύμφωνα με τις ασχολίες και τα έθιμα τους. Με βάση τις γεωργικές και τις κτηνοτροφικές ασχολίες χώρισαν το χρόνο σε δύο περιόδους: τη θερινή, που άρχιζε του Αγίου Γεωργίου και τη χειμερινή, που άρχιζε του Αγίου Δημητρίου. Την άνοιξη την προσδιόριζαν με τον ερχομό των χελιδονιών και το φθινόπωρο με την αναχώρηση τους.

Οι μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης - Χριστούγεννα, Πάσχα - έδιναν την ευκαιρία στους σκλαβωμένους να συναντώνται και να ξεχνούν τα βάσανα τους. Σημαντικό γεγονός ήταν η γιορτή του τοπικού Αγίου. Άλλαζε για λίγο η ζωή και το χωριό έπαιρνε χαρούμενη όψη. Τη γιορτή έκλεινε ο χορός στην κεντρική πλατεία με τους ήχους των παραδοσιακών οργάνων.

Οι γάμοι, οι γεννήσεις και οι βαπτίσεις με τις ετοιμασίες και τις ευχές χάριζαν «ωραίες στιγμές στους συγγενείς και φίλους. Πάντα όμως βάραινε η σκιά του κατακτητή. Λένε πως, όταν γεννήθηκε ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο παππούς του είπε: ακόμα ένας δούλος. Στις γιορτές καλούσαν συχνά και τους Τούρκους και πολλές φορές διασκέδαζαν κι αυτοί μαζί με τους χριστιανούς.

Μεγάλος ήταν ο θρήνος και γενικά η συμμετοχή του λαού σε στιγμές πένθους και όλοι αποχαιρετούσαν το νεκρό με μοιρολόγια. Μια γνωστή ευχή ήταν:
Να 'ταν να μην πεθαίναμε
κι οι Τούρκοι να μην έρχουνται.

Η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια είχαν αναπτυχθεί ιδιαίτερα ανάμεσα στους Έλληνες. Και τούτο βέβαια βρίσκει την εξήγηση του. Βοήθεια δεν περίμεναν από πουθενά. Ο φόβος του κατακτητή έφερε τους Έλληνες τον έναν πολύ «κοντά στον άλλον. Έτσι όλοι έτρεχαν να προσφέρουν τη βοήθεια τους στο χτίσιμο του σπιτιού, στις δουλειές που απαιτούσαν χέρια, όπως στο μαζεμάτων ελιών, στον τρύγο κ.ά.
Με συνεργασία και αλληλοβοήθεια γίνονταν και πολλές σπιτικές δουλειές όπως το ξάσιμο* των μαλλιών, το ξεφύλλισμα του καλαμποκιού, το σπάσιμο των αμυγδάλων κ.ά. Οι δουλειές αυτές γίνονταν συνήθως τα βράδια, στα λεγόμενα νυχτέρια.
Η διατήρηση των εθίμων και των παραδόσεων συντέλεσε στο να διατηρήσουν οι Έλληνες και την πολιτισμική τους ταυτότητα.


10.ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΕΙΣ ΣΥΝΤΗΡΟΥΝ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ



Οι πικρές αναμνήσεις από το πάρσιμο της Πόλης, οι πόθοι και οι ελπίδες για λευτεριά εκφράστηκαν από τους Έλληνες με θρήνους, θρύλους, διηγήσεις, παραμύθια, τραγούδια, παροιμίες, έργα λαϊκής τέχνης αλλά και μέσα από τα ήθη και τα έθιμα τους. Όλα αυτά μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά, διατηρήθηκαν σε όλη τη μακρόχρονη σκλαβιά και αποτέλεσαν την εθνική παράδοση, η οποία σαν ένας κρίκος ενώνει το παρελθόν με το μέλλον.


Αμέσως μετά την άλωση οι ποιητές θρήνησαν το χαμό της Πόλης. Παράλληλα δημιουργήθηκαν και θρύλοι με παράξενα και θαυμαστά επεισόδια. Αυτοί οι θρύλοι στήριζαν τις ελπίδες του Έθνους μέσα στους αιώνες της σκλαβιάς. Δεν έλειψαν και οι προφητείες, που μιλούσαν για την ανάσταση του Γένους και έδιναν κουράγιο και δύναμη στους σκλαβωμένους.




Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, οι Έλληνες ένιωθαν την ανάγκη να μιλάνε για τους καημούς, τους πόθους και τις ελπίδες τους. Επειδή οι Τούρκοι δεν τους επέτρεπαν κάτι τέτοιο, κατέφευγαν σε συμβολικές φράσεις και τραγούδια που μπορούσαν να πάρουν και άλλες σημασίες.


Η Εκκλησία με τους ύμνους και τα τροπάρια έδινε πολλές τέτοιες ευκαιρίες. Έτσι στις φράσεις: «Σώσον, Κύριε, τον λαόν Σου», «Εκ παντοίων με κινδύνων ελευθέρωσον», «Χριστός Ανέστη», «Καλή ανάσταση», οι σκλαβωμένοι έδιναν ιδιαίτερο νόημα.


Τα δημοτικά τραγούδια, όπως «Ένας αϊτός περήφανος», «Κρυφά το λένε τα πουλιά» και η παράδοση για τη Γοργόνα που κρατάει ζωντανή τη μνήμη για το Μέγα Αλέξανδρο είχαν συμβολικό περιεχόμενο και εκφράζανε αισιοδοξία ότι ο ελληνισμός δε θα χαθεί.




Και στη λαϊκή τέχνη τα θέματα είχαν συμβολικό περιεχόμενο. Οι τεχνίτες σκάλιζαν πάνω στο ξύλο, στα μέταλλα και στην πέτρα δικέφαλους αετούς, γοργόνες και σχέδια της Αγίας Σοφίας. Στο θέατρο σκιών οι πρωταγωνιστές, όπως ο Μ. Αλέξανδρος που φονεύει το καταραμένο φίδι, είναι συμβολικοί ήρωες. Στα παραμύθια και τους μύθους, αντί για σουλτάνος και σουλτάνα, χρησιμοποιούσαν τις λέξεις βασιλιάς και βασίλισσα.


11.ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΤΟΥ ΓΕΝΟΥΣ


Τον πρώτο καιρό της σκλαβιάς το σκοτάδι της αμάθειας σκέπασε τον ελληνισμό.
«Ο ήλιος εσκοτείδιασε και το φεγγάρι εχάθη», όπως είπε ο λαός.
Οι περισσότεροι λόγιοι του Βυζαντίου κατέφυγαν στη χριστιανική Δύση, όπου βοήθησαν στη διάδοση των ελληνικών γραμμάτων. Ο σκλαβωμένος λαός έμεινε χωρίς δασκάλους και σχολεία.




Τα πρώτα σχολεία ιδρύθηκαν με τη φροντίδα της εκκλησίας. Παπάδες και καλόγεροι, κυρίως, προσπαθούσαν σ' εκείνα τα δύσκολα χρόνια να μάθουν στα παιδιά λίγα γράμματα μέσα από τα βιβλία της εκκλησίας. Αυτό φαίνεται πως δημιούργησε το θρύλο για «το κρυφό σχολειό», ότι δηλαδή τα σχολεία σε κάποια εποχή λειτουργούσαν κρυφά, επειδή οι Έλληνες φοβούνταν τους Τούρκους.


Σχολεία ακόμα ίδρυσαν και κάποιοι μορφωμένοι Έλληνες, που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη, και δίδαξαν σ' αυτά. Την προσπάθεια αυτή ενίσχυσαν πλούσιοι Έλληνες του εσωτερικού και του εξωτερικού. Έτσι, το 18ο αιώνα ο αριθμός των σχολείων αυξήθηκε σημαντικά.
Κύριος σκοπός του σχολείου ήταν η πρόσληψη από τα παιδιά των στοιχειωδών γνώσεων γλώσσας και ιστορίας.


Στη μόρφωση του λαού βοήθησε αποφασιστικά και η τυπογραφία. Στα τυπογραφεία της Ευρώπης εκδόθηκαν για πρώτη φορά τα έργα των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων και άλλα σύγχρονα βιβλία, περιοδικά και εφημερίδες. Οι ιδέες διαδίδονταν ευκολότερα. Έτσι, γρήγορα έφτασαν και στην Ελλάδα τα κηρύγματα του ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Αυτό δυνάμωσε ακόμα περισσότερο την προσπάθεια για μόρφωση και τη λαχτάρα για απελευθέρωση.


Σ' αυτή την προσπάθεια, να βγει το σκλαβωμένο Γένος από την αμάθεια και τη δουλεία, μεγάλη ήταν η προσφορά των «δασκάλων του Γένους». Αυτοί ήταν μορφωμένοι άνθρωποι και είχαν φλογερή αγάπη για την πατρίδα.
Ανάμεσα τους ξεχωρίζουμε τον Κοσμά τον Αιτωλό και τον Αδαμάντιο Κοραή.


Ο Κοσμάς ο Αιτωλός όργωσε την Ελλάδα διδάσκοντας. Απ' όπου πέρασε ίδρυσε και από ένα σχολείο. Έφτασε να ιδρύσει διακόσια «κοινά» σχολεία (δημοτικά, θα λέγαμε) και δέκα «ελληνικά» (γυμνάσια). Ο λαός τον λάτρευε και τον τιμούσε σαν άγιο. Πέθανε με μαρτυρικό θάνατο στην Ήπειρο (1779).


Ο Αδαμάντιος Κοραής είναι ο σημαντικότερος δάσκαλος του Γένους. Σπούδασε στη Γαλλία και έζησε από κοντά τη Γαλλική επανάσταση. Πίστευε ότι η απελευθέρωση του Γένους θα πραγματοποιηθεί με τη μόρφωση. Γι' αυτό κύρια προσπάθεια του ήταν να γίνουν ευρύτερα γνωστοί οι αρχαίοι Έλληνες συγγραφείς.


12.ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ


Παρά τη σκλαβιά οι Έλληνες ανέπτυξαν τα γράμματα και τις τέχνες, ιδίως στις λατινοκρατούμενες περιοχές. Η άνθηση της ποίησης και του θεάτρου στην Κρήτη έμεινε στην ιστορία ως κρητική αναγέννηση. «Ο Ερωτόκριτος» και «Η θυσία του Αβραάμ» τουΒιτσέντζου Κορνάρου και «Η Ερωφίλη» του Γεωργίου Χορτάτζη είναι έργα που διαβάζονται και σήμερα.


Η ποίηση και η μουσική καλλιεργήθηκαν και στα Επτάνησα, όπου κατέφυγαν πολλοί Κρητικοί μετά την υποταγή της Κρήτης στους Τούρκους. Οι Επτανήσιοι λογοτέχνες έγραφαν στη γλώσσα του λαού πρωτότυπα έργα κι έκαναν μεταφράσεις έργων των αρχαίων Ελλήνων και Ευρωπαίων συγγραφέων.




Στην Ήπειρο, ο Ιωάννης Βηλαράς έγραψε τα ποιήματα του, χρησιμοποιώντας γλώσσα δημοτική. Στη Βλαχία, ο Αθανάσιος Χριστόπουλος(φωτογραφία) έγραψε πολύ ωραία ποιήματα καθώς και θεατρικά έργα σε απλή γλώσσα.


Όλους όμως τους ποιητές και δημιουργούς τους ξεπέρασε ο ίδιος ο λαός. Με τα τραγούδια του έψαλε τις λύπες, τις χαρές, τους καημούς, τις ελπίδες και τα καθημερινά του προβλήματα και τραγούδησε σημαντικά πρόσωπα και γεγονότα. Η μελωδία των τραγουδιών αυτών έχει ως βάση τη βυζαντινή μουσική, η οποία εξακολουθούσε να καλλιεργείται. Σε λαϊκή γλώσσα ήταν γραμμένα και πολλά συναξάρια(βιογραφίες αγίων) αγίων και φυλλάδες(λαϊκά αναγνώσματα με ιστορικό και μυθικό περιεχόμενο), που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους υπόδουλους.




Οι περιοχές που διάλεξαν να ζήσουν οι Έλληνες ήταν πλαγιές και απόμερα μέρη. Τα σπίτια τους τα έφτιαχναν μικρά, με λίγα παράθυρα. Αργότερα όμως χτίστηκαν «αρχοντικά» (Πήλιο, Καστοριά, Ύδρα), έγιναν έργα κοινής ωφέλειας (γεφύρια, βρύσες) και μικρά οχυρωματικά έργα (πύργοι Μάνης, καστρόσπιτα και καστροχώρια, κυρίως στα νησιά του Αιγαίου).


Σπάνια οι Τούρκοι επέτρεπαν το χτίσιμο νέων εκκλησιών. Οι χριστιανοί περιορίζονταν μόνο σε επιδιορθώσεις. Εξάλλου δεν υπήρχαν τα μέσα και ειδικευμένοι τεχνίτες. Εξαίρεση αποτελούσαν οι εκκλησίες των μοναστηριών, που χτίζονταν με δαπάνες ευεργετών.




Οι χριστιανοί ζωγράφοι συνέχισαν την παραγωγή σημαντικών έργων στα μεγάλα θρησκευτικά κέντρα της εποχής (Κρήτη, Μετέωρα, Άγιον Όρος κ.α.). Ανάμεσα τους ξεχωρίζουν ο Θεοφάνης, ο Πουλάκης(πάνω εικόνα) και ο Μιχ. Δαμασκηνός(κάτω εικόνα). Ακόμα, αρκετοί λαϊκοί ζωγράφοι πλούτισαν την παράδοση με τα έργα τους.


Γενικά η αρχιτεκτονική και η ζωγραφική συνέχισαν τη βυζαντινή παράδοση, δέχτηκαν όμως και επιδράσεις από τη Δύση, προπαντός στις λατινοκρατούμενες περιοχές.