Πέμπτη, 14 Ιανουαρίου 2010

DF57




Ηaiti:Μαθήτριες περιμένουν για φαγητό σ' ένα αυτοσχέδιο κέντρο διανομής στα πλαίσια ενός Παγκόσμιου Επισιτιστικού Προγράμματος.
επισιτιστικός -ή -ό  : που αναφέρεται στον επισιτισμό: Δημόσια υπηρεσία που καλύπτει τις στεγαστικές κι επισιτιστικές ανάγκες των προσφύγων. Επισιτιστικά προβλήματα.
επισιτισμός  : εφοδιασμός με τρόφιμα ενός συνόλου προσώπων: Ο ~ του στρατού. Δυσκολίες / προβλήματα στον επισιτισμό. Ο ~ μιας πόλης / μιας περιοχής / μιας χώρας σε περίοδο αποκλεισμού.



 Άσκηση:ΚΛΙΚ


Βίντεο(Για να το δεις πρέπει να έχεις εγκαταστήσει το εργαλείο  Google earth και στο τέλος... κάντε βόλτες μόνοι σας):ΚΛΙΚ








Η χώρα με τα χίλια πρόσωπα:ΚΛΙΚ


Άσκηση:ΚΛΙΚ